gr-patriotis

Η πατρίδα μας δέχεται καθημερινώς απανωτά χτυπήματα. Ο στόχους τους να χτυπήσουν τον πολιτισμό, τη γλώσσα και τη θρησκεία μας έχει επιτευχθεί μέχρι σήμερα σε μέγάλο βαθμό. Εναντίων μας είναι και η πλειονότητα των Μ.Μ.Ε. Ας το αποτρέψουμε να συνεχιστεί...

αρθρο του Βουλευτή ΛΑ.Ο.Σ κ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ ΡΟΝΤΟΥΛΗ

Πολύς λόγος γίνεται τον τελευταίο καιρό για τη συλλογή αποδείξεων από τους φορολογούμενους και τη σύνδεση αυτών, τόσο με το αφορολόγητό τους όσο και με την έκπτωση φόρου, που όπως διατείνεται το Υπουργείο Οικονομικών θα συνεπάγεται η προσκόμισή τους.

Είναι γεγονός ότι το πολυδιαφημιζόμενο, από την πλευρά της Κυβέρνησης, μέτρο αποτελεί ουσιαστικά ομολογία της αδυναμίας του κράτους και του ελεγκτικού του μηχανισμού να υποχρεώσει τους επαγγελματίες στην έκδοση αποδείξεων. Σκοπός, λοιπόν, του οικονομικού επιτελείου είναι, υπό το πρόσχημα της δημιουργίας φορολογικής συνείδησης, να μετατρέψει τον απλό έλληνα πολίτη σε βραχίονα είσπραξης εσόδων, δεδομένου ότι η φοροδιαφυγή εκτιμάται πλέον σε πολλά δις ευρώ ετησίως. Η σύνδεση δε των αποδείξεων με το αφορολόγητο αποτελεί εκβιαστικό δίλημμα που οι κυβερνώντες θέτουν στους πολίτες, αφού χωρίς αποδείξεις δεν θα υπάρχει και αφορολόγητο.

Ακόμη, όμως, κι αν ξεπεραστούν οι αντιρρήσεις επί της αρχής, ακόμη κι αν υποτεθεί ότι το μέτρο είναι προς τη σωστή κατεύθυνση, στοχεύοντας στην μείωση των τεράστιων δημοσιονομικών ελλειμμάτων, δεν μπορεί να μην τεθούν εύλογα ερωτήματα σχετικά με τον τρόπο εφαρμογής του. Ερωτήματα, που αν οι υπεύθυνοι είχαν την ελάχιστη ευαισθησία να τα απαντήσουν εξ αρχής, θα είχε αποφευχθεί αυτό το τεράστιο αλαλούμ που παρατηρείται και οδηγεί σε εύλογη απορία για το επίπεδο της ικανότητας των ανθρώπων που μας κυβερνούν.

Ένα πρώτο ερώτημα σχετίζεται με το είδος των αποδείξεων που θα γίνονται δεκτές, αλλά και το ύψος του ποσού που θα δικαιολογείται. Πηγές από το Υπουργείο Οικονομικών λένε ότι δεν θα «μετράνε» οι αποδείξεις από τις ΔΕΚΟ (φως, νερό, τηλέφωνο), καθώς και ότι οι αποδείξεις από τα super market θα δικαιολογούνται μέχρις ενός συγκεκριμένου ποσού και όχι ολόκληρες. Βέβαια, αν αυτά ισχύσουν, θα πρόκειται για ουσιαστική υπονόμευση του μέτρου, αφού στη συντριπτική πλειοψηφία των νοικοκυριών οι παραπάνω δαπάνες αποτελούν και το μεγαλύτερο τμήμα των εξόδων τους.

Δεύτερον, τί θα γίνει με τις αγορές που κάνουν οι πολίτες από κατηγορίες επαγγελματιών που δεν υποχρεούνται σε έκδοση αποδείξεων (βενζινάδικα, ταξί, περίπτερα, πωλητές λαϊκών αγορών); Ο ισχυρισμός ότι θα μπουν ταμειακές μηχανές παντού δεν πείθει κανέναν αφού οι συγκεκριμένες ομάδες επαγγελματιών αντιδρούν δικαίως, εφόσον η καθιέρωση ταμειακών θα οδηγήσει, σύμφωνα με τους ίδιους, στη σημαντική οικονομική επιβάρυνσή τους λόγω του διαφορετικού προτύπου υπολογισμού στη φορολογία τους. Μέχρις ότου, λοιπόν, συμφωνήσουν οι επαγγελματίες με το Υπουργείο, τί θα γίνει με το ποσό που ήδη θα έχουν δαπανήσει οι πολίτες;

Τρίτον, ποιο ποσό συλλεγομένων αποδείξεων θα επαρκεί, για να καλύψει κάποιος το αφορολόγητο που μέχρι σήμερα ισχύει; Ο διαχωρισμός των φορολογούμενων σε μισθωτούς και ελεύθερους επαγγελματίες, με τους πρώτους να καλύπτονται με αποδείξεις ύψους ίσου με το μισό περίπου του αφορολογήτου τους και τους δεύτερους να υποχρεώνονται να μαζεύουν αποδείξεις ύψους ίσου με το αφορολόγητό τους, είναι απαράδεκτος, αφού θα χωρίσει τους έλληνες πολίτες σε δύο κατηγορίες, με τους ελεύθερους επαγγελματίες και πάλι να βρίσκονται στο μάτι του κυκλώνα.

Τέταρτον, οι χαμηλοσυνταξιούχοι, που μετά βίας καταφέρνουν και τα φέρνουν βόλτα, θα υποχρεώνονται και αυτοί στη συλλογή αποδείξεων και μέχρι ποιου ποσού; Με απλά λόγια, ένας συνταξιούχος του ΟΓΑ που παίρνει 380 ευρώ τον μήνα πόσες αποδείξεις θα πρέπει να μαζέψει και, εάν δεν τις μαζέψει, θα πληρώσει φόρο;

Πέμπτον, σε μια οικογένεια, όπου οι δύο σύζυγοι κάνουν κοινή φορολογική δήλωση, οι αποδείξεις θα υποβάλλονται από κοινού ή ξεχωριστά και μέχρι ο κάθε σύζυγος να καλύψει το αφορολόγητό του; Για παράδειγμα, οικογένεια με δύο τέκνα όπου και οι δύο σύζυγοι είναι ελεύθεροι επαγγελματίες θα πρέπει να μαζέψει συνολικά 25.000 ευρώ αποδείξεων, έτσι ώστε να μην πληρώσει φόρο, ή θα αρκούν οι αποδείξεις του ενός, δηλαδή 12.500 ευρώ;

Έκτον, στην περίπτωση μιας παρέας που διασκεδάζει σε κάποιο εστιατόριο ή σε κάποιο café, ο επαγγελματίας θα πρέπει να κόψει ξεχωριστή απόδειξη σε κάθε μέλος της παρέας; Σ’ αυτή την περίπτωση, είναι γεγονός ότι δεν θα προλαβαίνει να κάνει τίποτε άλλο παρά να κόβει αποδείξεις.

Έβδομον, τι θα κάνει ο πολίτης με τις συλλεγόμενες αποδείξεις; Θα τις υποβάλει στην εφορία μαζί με την φορολογική του δήλωση; Θα τις κρατάει στο σπίτι και θα υποβάλει στην εφορία έντυπο, όπου θα αναγράφονται τα στοιχεία της κάθε απόδειξης; Θα τις υποβάλει ηλεκτρονικά σε ειδική φόρμα; Όποια μέθοδος και να επιλεγεί, ένα είναι σίγουρο· οι λογιστές θα αναλάβουν να φέρουν σε πέρας το δύσκολο έργο της καταγραφής των αποδείξεων. Αυτό, όμως, θα έχει ένα τεράστιο οικονομικό κόστος η καταβολή του οποίου θα βαρύνει τον απλό φορολογούμενο. Τι θα γίνει, λοιπόν, με τους φορολογούμενους που δεν θα έχουν να πληρώσουν αυτό το κόστος;

Για όλα τα παραπάνω ερωτήματα το Υπουργείο Οικονομικών δεν έχει δώσει, δυστυχώς, καμία ξεκάθαρη απάντηση. Καλυπτόμενο πίσω από το καινοφανές επιχείρημα της δημόσιας διαβούλευσης, προσπαθεί να σφυγμομετρήσει απλώς αντιδράσεις και δημιουργεί σε όλους την βάσιμη υπόνοια ότι δεν έχει συγκεκριμένες προτάσεις, αλλά ούτε και λύσεις που θα ωφελήσουν τους πολίτες.

Πολύς λόγος γίνεται τον τελευταίο καιρό για τη συλλογή αποδείξεων από τους φορολογούμενους και τη σύνδεση αυτών, τόσο με το αφορολόγητό τους όσο και με την έκπτωση φόρου, που όπως διατείνεται το Υπουργείο Οικονομικών θα συνεπάγεται η προσκόμισή τους.

Είναι γεγονός ότι το πολυδιαφημιζόμενο, από την πλευρά της Κυβέρνησης, μέτρο αποτελεί ουσιαστικά ομολογία της αδυναμίας του κράτους και του ελεγκτικού του μηχανισμού να υποχρεώσει τους επαγγελματίες στην έκδοση αποδείξεων. Σκοπός, λοιπόν, του οικονομικού επιτελείου είναι, υπό το πρόσχημα της δημιουργίας φορολογικής συνείδησης, να μετατρέψει τον απλό έλληνα πολίτη σε βραχίονα είσπραξης εσόδων, δεδομένου ότι η φοροδιαφυγή εκτιμάται πλέον σε πολλά δις ευρώ ετησίως. Η σύνδεση δε των αποδείξεων με το αφορολόγητο αποτελεί εκβιαστικό δίλημμα που οι κυβερνώντες θέτουν στους πολίτες, αφού χωρίς αποδείξεις δεν θα υπάρχει και αφορολόγητο.

Ακόμη, όμως, κι αν ξεπεραστούν οι αντιρρήσεις επί της αρχής, ακόμη κι αν υποτεθεί ότι το μέτρο είναι προς τη σωστή κατεύθυνση, στοχεύοντας στην μείωση των τεράστιων δημοσιονομικών ελλειμμάτων, δεν μπορεί να μην τεθούν εύλογα ερωτήματα σχετικά με τον τρόπο εφαρμογής του. Ερωτήματα, που αν οι υπεύθυνοι είχαν την ελάχιστη ευαισθησία να τα απαντήσουν εξ αρχής, θα είχε αποφευχθεί αυτό το τεράστιο αλαλούμ που παρατηρείται και οδηγεί σε εύλογη απορία για το επίπεδο της ικανότητας των ανθρώπων που μας κυβερνούν.

Ένα πρώτο ερώτημα σχετίζεται με το είδος των αποδείξεων που θα γίνονται δεκτές, αλλά και το ύψος του ποσού που θα δικαιολογείται. Πηγές από το Υπουργείο Οικονομικών λένε ότι δεν θα «μετράνε» οι αποδείξεις από τις ΔΕΚΟ (φως, νερό, τηλέφωνο), καθώς και ότι οι αποδείξεις από τα super market θα δικαιολογούνται μέχρις ενός συγκεκριμένου ποσού και όχι ολόκληρες. Βέβαια, αν αυτά ισχύσουν, θα πρόκειται για ουσιαστική υπονόμευση του μέτρου, αφού στη συντριπτική πλειοψηφία των νοικοκυριών οι παραπάνω δαπάνες αποτελούν και το μεγαλύτερο τμήμα των εξόδων τους.

Δεύτερον, τί θα γίνει με τις αγορές που κάνουν οι πολίτες από κατηγορίες επαγγελματιών που δεν υποχρεούνται σε έκδοση αποδείξεων (βενζινάδικα, ταξί, περίπτερα, πωλητές λαϊκών αγορών); Ο ισχυρισμός ότι θα μπουν ταμειακές μηχανές παντού δεν πείθει κανέναν αφού οι συγκεκριμένες ομάδες επαγγελματιών αντιδρούν δικαίως, εφόσον η καθιέρωση ταμειακών θα οδηγήσει, σύμφωνα με τους ίδιους, στη σημαντική οικονομική επιβάρυνσή τους λόγω του διαφορετικού προτύπου υπολογισμού στη φορολογία τους. Μέχρις ότου, λοιπόν, συμφωνήσουν οι επαγγελματίες με το Υπουργείο, τί θα γίνει με το ποσό που ήδη θα έχουν δαπανήσει οι πολίτες;

Τρίτον, ποιο ποσό συλλεγομένων αποδείξεων θα επαρκεί, για να καλύψει κάποιος το αφορολόγητο που μέχρι σήμερα ισχύει; Ο διαχωρισμός των φορολογούμενων σε μισθωτούς και ελεύθερους επαγγελματίες, με τους πρώτους να καλύπτονται με αποδείξεις ύψους ίσου με το μισό περίπου του αφορολογήτου τους και τους δεύτερους να υποχρεώνονται να μαζεύουν αποδείξεις ύψους ίσου με το αφορολόγητό τους, είναι απαράδεκτος, αφού θα χωρίσει τους έλληνες πολίτες σε δύο κατηγορίες, με τους ελεύθερους επαγγελματίες και πάλι να βρίσκονται στο μάτι του κυκλώνα.

Τέταρτον, οι χαμηλοσυνταξιούχοι, που μετά βίας καταφέρνουν και τα φέρνουν βόλτα, θα υποχρεώνονται και αυτοί στη συλλογή αποδείξεων και μέχρι ποιου ποσού; Με απλά λόγια, ένας συνταξιούχος του ΟΓΑ που παίρνει 380 ευρώ τον μήνα πόσες αποδείξεις θα πρέπει να μαζέψει και, εάν δεν τις μαζέψει, θα πληρώσει φόρο;

Πέμπτον, σε μια οικογένεια, όπου οι δύο σύζυγοι κάνουν κοινή φορολογική δήλωση, οι αποδείξεις θα υποβάλλονται από κοινού ή ξεχωριστά και μέχρι ο κάθε σύζυγος να καλύψει το αφορολόγητό του; Για παράδειγμα, οικογένεια με δύο τέκνα όπου και οι δύο σύζυγοι είναι ελεύθεροι επαγγελματίες θα πρέπει να μαζέψει συνολικά 25.000 ευρώ αποδείξεων, έτσι ώστε να μην πληρώσει φόρο, ή θα αρκούν οι αποδείξεις του ενός, δηλαδή 12.500 ευρώ;

Έκτον, στην περίπτωση μιας παρέας που διασκεδάζει σε κάποιο εστιατόριο ή σε κάποιο café, ο επαγγελματίας θα πρέπει να κόψει ξεχωριστή απόδειξη σε κάθε μέλος της παρέας; Σ’ αυτή την περίπτωση, είναι γεγονός ότι δεν θα προλαβαίνει να κάνει τίποτε άλλο παρά να κόβει αποδείξεις.

Έβδομον, τι θα κάνει ο πολίτης με τις συλλεγόμενες αποδείξεις; Θα τις υποβάλει στην εφορία μαζί με την φορολογική του δήλωση; Θα τις κρατάει στο σπίτι και θα υποβάλει στην εφορία έντυπο, όπου θα αναγράφονται τα στοιχεία της κάθε απόδειξης; Θα τις υποβάλει ηλεκτρονικά σε ειδική φόρμα; Όποια μέθοδος και να επιλεγεί, ένα είναι σίγουρο· οι λογιστές θα αναλάβουν να φέρουν σε πέρας το δύσκολο έργο της καταγραφής των αποδείξεων. Αυτό, όμως, θα έχει ένα τεράστιο οικονομικό κόστος η καταβολή του οποίου θα βαρύνει τον απλό φορολογούμενο. Τι θα γίνει, λοιπόν, με τους φορολογούμενους που δεν θα έχουν να πληρώσουν αυτό το κόστος;

Για όλα τα παραπάνω ερωτήματα το Υπουργείο Οικονομικών δεν έχει δώσει, δυστυχώς, καμία ξεκάθαρη απάντηση. Καλυπτόμενο πίσω από το καινοφανές επιχείρημα της δημόσιας διαβούλευσης, προσπαθεί να σφυγμομετρήσει απλώς αντιδράσεις και δημιουργεί σε όλους την βάσιμη υπόνοια ότι δεν έχει συγκεκριμένες προτάσεις, αλλά ούτε και λύσεις που θα ωφελήσουν τους πολίτες.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου